Πηγή: Λογισμικό "Σήμερα"

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ

Η φωτογραφία μου
Δέν έχουμε γραφτή μαρτυρία ούτε κτιτορική επιγραφή μέ τό έτος Ίδρυσης του Ι.Ναού τής Παναγίας. Ό Λαμπρυνίδης (Ή Ναυπλία, ό.π.. ο. 129) υποθέτει ότι πρέπει νά είναι ό πρωτεύων ορθόδοξος ναός του Ναυπλίου (επειδή ό "Αγιος Γεώργιος άνηκε στους καθολικούς) έπί' Ενετοκρατίας. Ή Παναγία έχει σχήμα βασιλικής χωρίς τρούλο. Ό νάρθηκας της πρέπει νά έγινε μετά τήν Απε¬λευθέρωση, όπως καί τό τριώροφο καμπαναριό της στη ΝΔ του πλευρά. 'Από τόν Γερμανό περιηγητή Ρ,βίηποΙά Ιυόβηβυ, αναφέρεται τό 1588 - στην περιγραφή του γιά τό Ναύπλιο - μιά άλλη Παναγία έξω άπό τά τείχη τής πολιτείας πού τήν κατέχουν" Ελληνες μοναχοί. Καθώς καί άλλη έκκλησούλα αφιερωμένη κι αυτή στή Θεοτόκο, επειδή βρίσκεται κοντά σέ σπηλιά. στά δυτικά βράχια τοϋ Ρωμαίικου κάστρου (Ακροναυπλία). ' Η δεύτερη αυτή είναι ή αγαπημένη τών κατοίκων τοΰ Ναυπλίου, ή «Παναγίτσα»: πανέμορφο προσκυνητάρι τους στό «Γύρο τής "Αρβανιτιάς», τόν πιό ρομαντικό περίπατο τ" Άνα-πλιού. Καί ποτέ δέν μπερδεύουν τήν «Παναγίτσα» τοϋ βράχου μέ τήν «Παναγία» τής πόλης τ' Άναπλιοΰ, αφιερωμένη στή Γέννηση τής Θεοτόκου. "Ως σήμερα φροντισμένη μέ αγάπη ή Παναγία, αντιπροσωπεύει ένα άπό τά πιό ώραϊα ιστορικά καί εκκλησιαστικά μνημεία τής πολιτείας.

Η ΠΑΝΑΓΙΤΣΑ Τ’ ΑΝΑΠΛΙΟΥ

Στο βράχο Σου φώλιασαν οι έφηβες ελπίδες μου
για το γαλάζιο κουρσός του Ελντοράντο.
Συ μ’ ενθάρρυνες με συμπόνια Μάννας
και μου μειδίασες στο δρομί της χίμαιρας.
Κι' όταν γύρισα ικέτης του΄Ερωτος,
δεν μ’ έδιωξες άπ’ το εαρινό θρονί Σου.
Μ’ άφησες να Σε πλησιάσω με την αμαρτία,
για να γευτώ υστέρα την αναγέννηση στο βλέμμα Σου.
Τώρα έρχομαι με το θάνατο σύντροφο
και καρτερώ την απόκριση Σου.
Μου δείχνεις το φως στη θάλασσα και στον κόρφο Σου
κ' ύστερα το κυπαρίσσι που μηνά την ανάσταση.

(Πάνος Λιαλιάτσης-Ναύπλιον)

Ό δίκαιος έχει τόν Θεό με το μέρος του.

"Ολοι οι άνθρωποι δέν χωράνε σ' αυτόν τόν κόσμο σήμερα. "Αν κάποιος θέλη νά ζήση τίμια καί πνευματι¬κά, δέν χωράει μέσα στον κόσμο.
- Γέροντα, γιατί δέν χωράει;
- Όταν είναι κανείς ευαίσθητος καί βρεθή σέ ένα σκληρό περιβάλλον καί του κάνουν τήν ζωή μαύρη, πώς νά αντέξη; Ή πρέπει νά βρίζη κ.λπ. ή νά φύγη. Αλλά καί νά φύγη δέν μπορεί, γιατί χρειάζεται νά ζήση. Του λέει το αφεντι¬κό: «Σου έχω εμπιστοσύνη, γιατί δέν κλέβεις, πρέπει όμως νά βάζης καί σάπια ανάμεσα στά καλά. Μέσα στίς καλές μπάλες τριφύλλι πρέπει νά βάλης καί λίγες χωνεμένες»! Τόν βάζει καί διευθυντή, γιά νά τόν κράτηση• πρέπει όμως νά κάνη καί έτσι, γιατί αλλιώς θά τόν πετάξη άπό τήν δου¬λειά. Μετά ό καημένος δέν κοιμάται, αρχίζει τά χάπια. Ξέρετε τί τραβάνε οι καημένοι άνθρωποι; Τί δυσκολίες, τί εκβιασμούς συναντούν πολλοί στίς δουλειές τους άπό τους προϊσταμένους; Τους κάνουν τήν ζωή μαύρη. Νά πα¬ρατήσουν τήν δουλειά; Έχουν οικογένεια. Νά καθήσουν; Βάσανα. Μπρος βαθύ καί πίσω ρέμα• καί τά δυο στενά.Πάει νά σκάση κανείς. Κάνει υπομονή, παλεύει.
Σέ άλλον του αφήνουν όλη τήν δουλειά καί πάει ό συ¬νάδελφος μόνο γιά νά πληρωθή. Γνωρίζω έναν πού ήταν κάπου διευθυντής. "Οταν άλλαξαν τά πράγματα, τόν έβγα¬λαν άπό διευθυντή καί έβαλαν άλλον του κόμματος, πού ούτε το Λύκειο δέν είχε τελειώσει. Τόν έκαναν διευθυντή, άλλα δέν ήξερε τήν δουλειά, καί έτσι δέν μπορούσαν νά πάνε σέ άλλη θέση τόν προηγούμενο. Λοιπόν, τί κάνουν; Βάζουν στον ίδιο χώρο καί δεύτερο γραφείο!
Τήν δουλειά τήν έκανε ό παλιός διευθυντής καί ό νέος καθόταν τσι¬γάρο, καφέ, κουβέντα... Τελείως αναιδής! Δέν του έκοβε κιόλας, έλεγε ό,τι του ερχόταν, καί έπεφτε ή ευθύνη μετά στον παλιό. Μέχρι πού αναγκάσθηκε νά φύγη ό καημέ¬νος. «Μήπως πρέπει νά πάω κάπου άλλου; Ό χώρος είναι μικρός• δέν χωράνε δυό γραφεία. Καλύτερα, κάθησε εσύ έδώ», του είπε καί σηκώθηκε καί έφυγε, γιατί του έκανε καί τήν ζωή μαύρη. Καί δέν είναι μιά μέρα, δυό. Κάθε μέρα νά έχης έναν τέτοιον στο κεφάλι σου, είναι βάσανο!
Τόν δίκαιο άνθρωπο συνήθως οι άλλοι τόν σπρώ¬χνουν στην τελευταία θέση ή ακόμη του παίρνουν καί τήν θέση. Τόν αδικούν, τόν πατούν - «πατούν επί πτωμά¬των», έτσι δέν λέγεται; Άλλα, όσο οι άνθρωποι τόν σπρώ¬χνουν προς τά κάτω, τόσο ό Θεός τόν ανεβάζει προς τά πάνω σάν τόν φελλό. Θέλει όμως πάρα πολλή υπομονή. Ή υπομονή ξεκαθαρίζει πολλά πράγματα. Αυτός πού θέ¬λει νά ζήση μέ αρετή καί νά είναι τίμιος στην δουλειά του, είτε εργάτης είναι είτε έμπορος είτε οτιδήποτε είναι, πρέπει νά το πάρη απόφαση ότι, όταν αρχίση τήν δου¬λειά του, θά φθάση σέ σημείο νά μήν έχη νά πλήρωση λ.χ. ούτε τα ενοίκια, αν έχη μαγαζί, γιά νά του έρθη ή ευλο¬γία του Θεού. Όχι όμως νά πηγαίνη μέ τον σκοπό: «Άν φθάσω μέχρις εκεί, μετά θά έχω πελατεία»! Νά μήν πάη μέ τέτοιο σκοπό, γιατί τότε ό Θεός δέν θά του δώση. Αλλά όταν πή: «Θά ζήσω κατά Θεόν, δέν θά κάνω αδικίες, θα πώ ότι αυτό αξίζει πενήντα δραχμές και εκείνο διακό¬σιες δραχμές», ό Θεός δέν θα τον άφήση. Κάποιος άλλος εν τω μεταξύ εκείνο πού θά τό δίνη αυτός πενήντα δραχ¬μές, θά τό δίνη πεντακόσιες δραχμές και θά πλουτίση. Τελικά όμως ό απατεώνας αυτός θά φθάση σέ σημείο νά μήν έχη νά πλήρωση ούτε τά ενοίκια και θά τό κλείση τό μαγαζί του, γιατί ό κόσμος πληροφορείται, ενώ σιγά-σιγά ό τίμιος δέν θά μπορή νά τά βγάλη πέρα άπό τήν πε¬λατεία πού θά έχη• θά παίρνη συνέχεια υπαλλήλους! Άλλα στην αρχή θά δοκιμασθή. Ό καλός δοκιμάζεται στά χέ¬ρια τών κακών περνάει άπό τά λανάρια.
"Οταν πάη κανείς μέ τον διάβολο, μέ πονηριές, δέν ευλογεί ό Θεός τά έργα του. "Ο,τ ι κάνουν οι άνθρωποι μέ πονηριά, δέν ευδοκιμεί. Μπορεί νά φαίνεται ότι προ¬χωράει, άλλα τελικά θά σωριάση. Τό κυριώτερο είναι νά ξεκινά κανείς από τήν ευλογία του Θεού γιά ό,τι κάνει! Ό άνθρωπος, όταν είναι δίκαιος, έχει τον Θεό μέ τό μέ¬ρος του. Και όταν έχη και λίγη παρρησία στον Θεό, τότε θαύματα γίνονται. "Οταν κανείς βαδίζη μέ τό Ευαγγέ¬λιο, δικαιούται τήν θεία βοήθεια. Βαδίζει μέ τον Χρι¬στό. Πώς νά τό κάνουμε; Τήν δικαιούται. "Ολη ή βάση εκεί είναι. Άπό 'κεί και πέρα νά μή φοβάται τίποτε. Αυτό πού έχει σημασία είναι νά αναπαύεται ό Χριστός, ή Πα¬ναγία και οι Άγιοι στην κάθε ενέργεια μας, καί τότε θά έχουμε τήν ευλογία του Χριστού, τής Παναγίας καί τών Αγίων μας, καί τό "Αγιο Πνεύμα θά επαναπαύεται σ' εμάς. Ή τιμιότης του άνθρωπου είναι τό ανώτερο Τιμιόξυλο. Άν ένας δέν είναι τίμιος καί έχη Τιμιόξυλο, είναι σάν νά μήν έχη τίποτε. "Ενας καί Τιμιόξυλο νά μήν έχη, άν είναι τίμιος, δέχεται τήν θεία βοήθεια. (ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ-π.Παϊσίου-εκδ.Ι.Μ.Σουρωτής)



Έλεγε ο π.Πορφύριος :
Νά μελετάτε καί νά προσεύχεσθε καί νά έχετε ως στόχο νά προχωρείτε στην αγάπη του Θεού καί της Εκκλησίας. Μήν πολεμάτε νά διώξετε τό σκοτάδι άπ' τό δωμάτιο της ψυχής σας. Ανοίξτε μιά τρυπίτσα, για νά έλθει τό φως, καί τό σκοτάδι θά φύγει. Τό 'ιδιο ισχύει καί γιά τά πάθη καί τίς αδυναμίες. Νά μήν τά πολεμάτε, αλλά νά τά μεταμορφώνετε σέ δυνάμεις περιφρονώντας τό κακό. Νά καταγίνεσθε μέ τά τρο¬πάρια, τους κανόνες,τή λατρεία του Θεού, τό θείο Έρωτα

Ό δόκιμος π.Παϊσιος δέν ταρασσόταν ούτε φοβό¬ταν από τήν παρουσία τού διαβόλου. "Ελεγε: «Να’ρχεσαι, διότι μού κάνεις καλό. Μέ βοηθάς νά θυμάμαι τόν Θεό, όταν τόν ξεχνώ, καί νά προσεύχωμαι».
Αργότερα σχολίαζε ό Γέροντας: «Πού νά μείνη ό πειρασμός! Εξαφανιζόταν αμέσως. Δέν είναι χα¬ζός νά προξενή στεφάνια στον μοναχό».
* * *
Μιά φορά ήμουν μέσα στό Ιερό καί παρακολουθούσα τόν Ιερέα πού έκανε τήν προσκομιδή. Μού συνέβη τότε ενα γεγονός. Στό "θύεται ό Αμνός τού Θεού", είδα τόν Αμνό πάνω στό άγιο Δισκάριο νά σπαρτα¬ρά σάν αρνί πού τό σφάζουν. Πού νά τολμήσω άλλη φορά νά πλησιάσω! (π.Παϊσίου)

Ό ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ-Π.ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΚΑΤΑΔΙΚΟΣ

Ό Γέροντας Φιλόθεος είπε: «"Οπως τό πτηνό δέν μπορεί νά πετάξει μ' ένα φτερό, άλλα χρειάζεται δύο, έτσι καί ό άνθρωπος γιά νά πετάξει Από τή γη στον ουρα¬νό, έχει ανάγκη άπό δύο φτερά. Τό ένα φτερό είναι δικό του καί τό αποκτά όταν έχει θερμή πίστη καί τέλεια αγά¬πη, καί τό άλλο του τό δίνει ή χάρη του Θεού όταν έχει με¬τάνοια καί ταπείνωση»

«Όλους τους πιστούς όφείλομε νά τους βλέπωμε σάν ένα, καί νά σκεπτώμαστε ότι στον καθένα από αύτους είναι ό Χριστός. Καί νά έχωμε γιά τόν καθένα τέ¬τοια αγάπη, ώστε νά είμαστε έτοιμοι νά θυσιάσωμε γιά χάρη του καί τή ζωή μας. Γιατί οφείλομε νά μή λέμε ούτε νά θεωρούμε κανένα άνθρωπο κακό, άλλα όλους νά τους βλέπωμε ώς καλούς. Κι αν δής ένα αδελφό νά ένοχλήται άπό πάθη, νά μή τόν μισήσης αυτόν μίσησε τά πάθη, πού τόν πολεμούν. Κι άν τόν δής νά τυραννήται άπό επιθυμίες καί συνήθειες προηγουμένων αμαρτιών, περισσότερο σπλαχνίσου τον, μή τυχόν δοκιμάσης καί σύ πειρασμό, αφού είσαι από υλικό πού εύκολα γυρίζει άπό τό καλό στό κακό. Ή αγάπη προς τόν αδελφό σέ προετοιμάζει ν' άγαπήσης περισσότερο τό θεό. Τό μυστικό, λοιπόν, της αγάπης προς τό θεό είναι ή αγάπη προς τόν αδελφό. Γιατί, άν δέν αγαπάς τόν αδελφό σου, πού τόν βλέ¬πεις, πώς είναι δυνατό ν' αγαπάς τό θεό, πού δέν τόν βλέπεις;
* * *

ΕΞ’ ΑΙΤΙΑΣ τρίων γεγονότων σείεται το κοινωνικόν οικοδόμημα της γης,
το τέταρτον όμως γεγονός είναι ανυπόφορον:
α)Εάν κακός δούλος γίνει άρχοντας.
β)Εάν άφρονας άνθρωπος πλουτίσει
Γ)Εάν κάποια δούλη καταφέρει να διώξει την κυρία της από το σπίτι του ανδρός της.
Και τέταρτον και τρομερώτερον :
Εάν γυνή κατάπτυστος γίνει σύζυγος εναρέτου ανδρός(Παροιμ.Λ-21)

ΤΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ Ειδικού Καθεστώτος στη Σιβηρία ζω¬ντάνεψε. Οι πόρτες των θαλάμων ανοιγόκλει¬ναν μέ θόρυβο. Οι κρατούμενοι πετάγονταν έξω κι έμπαιναν στη γραμμή γιά τόν πρωινό έλεγχο. Τους άρπαζαν αμέσως τό κρύο, ό άνε¬μος καί τό σκοτάδι.
Άπό παντού ακούγονταν φωνές, από μιαν άκρη καί βρισιές - κάποιον έδερναν...
Σέ φάλαγγα πήγαιναν γιά τό συσσίτιο, κι Από κει στή δουλειά.
Ή παράγκα άδειασε από τους ενοίκους της, πού άφησαν όμως πίσω τους μια αφό¬ρητη, μιαν αποπνικτική δυσοσμία - από τόν ίδρωτα καί τά σαπισμένα ρούχα, από τά ούρα καί τά κόπρανα, από τη μούχλα καί την απο¬λυμαντική φαινόλη.
Ή παράγκα άδειασε, μά λες κι ακούγο¬νταν ακόμα εκεί οι κραυγές των εποπτών καί οί βλαστήμιες των καταδίκων.
Ή παράγκα άδειασε, ανάμεσα όμως στα άθλια σανιδοκρέβατα πλανιόταν καί τώρα ό ανθρώπινος πόνος δεμένος μέ τήν ανθρώπι¬νη κακία - δίδυμο πανάρχαιο, μά πάντα κα¬ταθλιπτικό καί απαίσιο.
Τό μόνο ευχάριστο πού είχε ή παράγκα ή¬ταν ή ζεστασιά. "Εξω, μέ θερμοκρασία -28° κι εκείνον τόν τυραννικό άνεμο, πάγωναν όχι μόνο οί κρατούμενοι, μά καί οί βαριά ντυμέ¬νοι φύλακες.
Όλα ήταν απάνθρωπα καί βασανιστικά, όλα απο¬σκοπούσαν στον αργό θάνατο των κρατου¬μένων. Γιατί σ' αυτό τό στρατόπεδο του αθέου καθεστώτος έκλειναν μόνο τους «εχθρούς του λαού» καί τους θανα¬τοποινίτες εγκληματιές. Αντί νά τους τουφε¬κίσουν, τους έστελναν στό Ειδικό, άπ' όπου ήταν σχεδόν αδύνατο νά βγουν ζωντανοί.
Ό Ιερέας π. Αρσένιος, καί τώρα «ΖΕΚ-18376», βρέθηκε εδώ πριν από έξι μήνες. Καί δεν άργη¬σε νά καταλάβει, όπως όλοι, ότι σ' αυτόν τόν ζοφερό τόπο θ' άφηνε τά κόκαλα του.Στην πλάτη, στό κασκέτο καί στά μανίκια του ήταν ραμμένος ό αριθμός του, πού τόν έκανε νά δείχνει σάν «άνθρωπος-ρεκλάμα». Ή δουλειά του ήταν νά συγυρίζει τήν πα¬ράγκα καί ν' ανάβει τις ξυλόσομπες. "Εσχι¬ζε ξύλα στον αυλόγυρο καί τά κουβαλούσε μέσα λίγα-λίγα κρατώντας τα στην αγκαλιά του.
- Κύριε Ίησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέ¬ησόν με τόν άμαρτωλόν!
Μουρμούριζε ακατάπαυστα τήν ευχή, κα¬θώς εκτελούσε τήν υπηρεσία του.
Τά ξύλα ήταν υγρά καί παγωμένα. Σχίζο¬νταν δύσκολα. Τσεκούρια καί μπαλτάδες δέν υπήρχαν-ήταν αντικείμενα απαγορευμένα. Αναγκάζονταν λοιπόν νά σχίζουν τά κού¬τσουρα χώνοντας στις σχισμές τους ξύλινες σφήνες, πού τις χτυπούσαν μ' έ'να άλλο βαρύ κούτσουρο. "Ετσι έκανε καί τώρα ό π. Αρσένιος. Μά τό παγωμένο κούτσουρο πού κρατούσε, γλιστρούσε καί πεταγόταν άπ' τ' αδύνατα χέ¬ρια του. Ή σφήνα μπηγόταν μέ τρομερή δυσκολία. Ή δουλειά προχωρούσε πολύ αργά... Καί όμως, όταν θά επέστρεφαν οί κρατούμενοι, ό θάλαμος έπρεπε νά είναι ζε¬στός, σκουπισμένος και τακτοποιημένος. Δέν πρόλαβες νά τελειώσεις; Οί κρατούμενοι θά σέ ξυλοκοπήσουν και ό επόπτης θά σέ οδη¬γήσει στό απομονωτήριο.
Στό στρατόπεδο οι ξυλοδαρμοί ήταν φαι¬νόμενο ρουτίνας. Τόσο οί φύλακες όσο και οί κατάδικοι εγκληματιές χτυπούσαν κυρίως τους πολιτικούς κρατουμένους. Οί πρώτοι γιά νά εμπνεύσουν τό φόβο και τήν υποταγή• οί δεύτεροι απλά γιά νά ξεσπάσουν πάνω σέ κάποιον, νά εκτονωθούν, νά δώσουν μιά διέ¬ξοδο στό συσσωρευμένο μέσα τους μίσος γιά τους ανθρώπους και τήν κοινωνία - γι' αυτό και χτυπούσαν πιό σκληρά από τους φύλα¬κες, χτυπούσαν μέ άγρια ικανοποίηση και σαδιστική χαρά, χτυπούσαν ώσπου νά εξα¬ντληθούν. Γιά τους εγκληματίες ό ξυλοδαρ¬μός ήταν μιά διασκέδαση...



Κύριε, ελέησε με! Βοήθησε με! Σ' Εσένα ελπίζω, Χριστέ μου, σ' Εσένα και στην Πα¬ναγία Μητέρα Σου!... Μή μέ εγκαταλείψε¬τε! Δώστε μου δύναμη!...
Ό π. Αρσένιος ψιθύριζε λόγια θερμής προσευχής, καθώς, εξαντλημένος από τήν κούραση, συνέχιζε νά μεταφέρει αγκαλιά-αγκαλιά τά ξύλα και νά τά βάζει μέσα στις σόμπες.
Στο μεταξύ, από τή γειτονική παράγκα βγήκε ό κρατούμενος υπηρεσίας τής ημέρας εκείνης, ο γερο-Σέριι (= γκρίζος) - έτσι τόν φώναζαν όλοι. Ήταν ένας από τους φοβερότερους κα¬κούργους πού «φιλοξενούσε» τό στρατόπε¬δο. Ή σκληρότητα του δέν γνώριζε μέτρο. Περιβόητος τά παλαιότερα χρόνια σ'όλη τη Ρωσία, δεν θυμόταν μήτε ο ίδιος πόσα εγκλή¬ματα είχε διαπράξει. Τά λίγα πού εξιχνιάσθη¬καν ήταν αρκετά γιά νά τόν στείλουν στό από¬σπασμα. Και πράγματι, καταδικάστηκε σε θάνατο. Τελικά όμως οδηγήθηκε σ' αυτό τό στρατόπεδο, πράγμα πολύ χειρότερο.
-Παπά, τί ψάχνεις; φώναξε τώρα στον π.Αρσένιο, βλέποντας τον νά τριγυρνάει τόσην ώρα ανάμεσα στά ξύλα.
-Ετοίμασα προσανάμματα από χθες το βράδυ, και τά παιδιά, για να αστειευθούν, μου τα κατάβρεξαν. Τώρα, λοιπόν, ψάχνω γι άλ¬λα προσανάμματα, γιατί τα ξύλα είναι υγρά και δεν θ' ανάψουν. Τί νά κάνω; Δέν ξέρω... Θά έρθουν από τή δουλειά και ή παράγκα θά είναι παγωμένη - ένα κακό. Μά θά μέ ξυλοκοπήσουν κιόλας - δεύτερο κακό:
- Έλα, παπά! Θά σου δώσω εγώ, είπε ά¬χρωμα ό Σέριι, και τόν οδήγησε στά δικά του ξύλα, όπου υπήρχε ολόκληρη στίβα άπό προ¬σανάμματα.
Συνέχισε νά μαζεύει, λέγοντας μέσα του τήν ευχή.
- Πάρε κι άλλα, π. Αρσένιε! Κι άλλα!... Εσκυψε κι αυτός και άρχισε νά γεμίζει την αγκαλιά του μέ προσανάμματα. Πήγαν κι οι δυό φορτωμένοι στην παράγκα και τ' άφησαν κοντά σε μιά σόμπα. Ό π. Αρσένιος γύρισε και του έβαλε μετάνοια.
-Ό Θεός να σε σώσει! του είπε. Ό Σέριι βγήκε χωρίς νά πει λέξη.
Σέ λίγο όλες οι σόμπες έκαιγαν. Ό π. Αρ¬σένιος έριχνε κούτσουρα στή μία μετά την άλλη, τακτοποιούσε τό θάλαμο, σκούπιζε τά τραπέζια, κουβαλούσε κι άλλα ξύλα...
Πλησίαζε 3 μ.μ. Οι σόμπες ήταν πιά πυρω¬μένες. Ή θερμότητα έκανε πιό έντονες τις αναθυμιάσεις, πιό ανυπόφορη τη δυσοσμία. Μά ή γλυκεία θαλπωρή έδινε κάποια παρη¬γοριά στά κουρασμένα σώματα καί τις απελ¬πισμένες ψυχές...


Ο π. Αρ¬σένιος δέν ήταν μόνος στό θάλαμο. Βρίσκο¬νταν εκεί τρεις ακόμα κρατούμενοι «εκτός υ¬πηρεσίας», οι δύο βαριά άρρωστοι και ό τρί¬τος, ό Φέντια, αυτοτραυματισμένος στό χέρι μέ τσεκούρι.
Ό τελευταίος στριφογύριζε ακατάπαυστα στό σανιδοκρέβατό του. Κάπου-κάπου τόν έ¬παιρνε ό ύπνος, και, όταν ξυπνούσε, φώναζε:
-Κρυώνω!... Ρίξε ξύλα στη φωτιά, παλιό-γερε, γιατί θά σηκωθώ και θά σου σπάσω τά μούτρα!...
Αμέσως γύριζε άπό τό άλλο πλευρό και άποκοιμόταν πάλι.
Οί άλλοι δύο ήταν σέ κρίσιμη κατάσταση. Ακίνητοι καί αμίλητοι. Τους είχαν αφήσει εδώ, επειδή στό νοσοκομείο δεν χωρούσαν.
Γύρω στίς 12 τό μεσημέρι έκανε την εμφά¬νιση του ό αρχινοσοκόμος. "Εριξε μόνο μιά ματιά στους αρρώστους, χωρίς νά τους αγγί¬ξει, καί είπε στον π. Αρσένιο μέ δυνατή φωνή:
-Θά τελειώσουν γρήγορα... Τώρα, μέ τα κρύα, πεθαίνουν πολλοί!
Ό π. Αρσένιος πότε-πότε πήγαινε κοντά στους δύο ετοιμοθάνατους καί έκανε ο,τι μπο¬ρούσε γιά νά τους ανακουφίσει.
-Κύριε Ίησου Χριστέ! Βοήθησε τους! Γιά¬τρεψε τους! Φανέρωσε τό έλεος Σου! "Αφησε τους νά ζήσουν καί νά βρουν τή λευτεριά τους!..., Μονολογούσε καθώς τους σκέπαζε, τους χάιδευε στοργικά στό κεφάλι, τους έδινε λίγο νερό ή φάρμακο. 'Αλλά τί φάρμακο; Στό Ειδικό όλες οί αρρώστιες αντιμετωπίζο¬νταν μέ τή... θαυματουργή ασπιρίνη! Ασπι¬ρίνη
γιά τόν πυρετό, ασπιρίνη γιά τό χτικιό, ασπιρίνη γιά τά τραύματα, ασπιρίνη γιά τόν καρκίνο...Ό π. Αρσένιος είχε κρατήσει από τήν προηγούμενη μέρα ένα κομμάτι μαύρο ψω¬μί, τό τέταρτο περίπου της ημερήσιας μερί¬δας του. Τό μούσκεψε στό νερό καί πήγε κο¬ντά στον άρρωστο πού ήταν πιό βαριά. Προ¬σπάθησε νά του βάλει μιά μπουκιά στό στό¬μα.
Οι σόμπες είχαν γίνει κατακόκκινες. Ό π. Αρσένιος χαιρόταν - " Θά έρθουν οι άνθρωποι παγωμένοι... θά ζεσταθούν καί θα ξεκουραστούν".
Στό άνοιγμα της πόρτας φάνηκε ό επό¬πτης Πούπκωφ. Τριαντάρης πάνω-κάτω, πά¬ντα υποκριτικά χαμογελαστός, είχε ονομαστεί από τους κρατουμένους Βεσιόλιι (= χαρούμενος).
- "Ε, παπά! Λουτρό τόν έκανες τό θάλα¬μο! Μπας καί πεθύμησες τό απομονωτήριο; Τα ξύλα ανήκουν στό λαό, κι εσύ τά σπατα¬λάς γιά τους εχθρούς του λαού; Θά σου δεί¬ξω εγώ, μάγε!
Πλησιάζοντας μέ μεγάλες δρασκελιές, του κατάφερε ένα δυνατό χτύπημα στο πρόσω¬πο. Καί γυρίζοντας του τήν πλάτη, βγήκε έξω, μέ τό χαμόγελο μόνιμα ζωγραφισμένο στά χείλη.
Ό π. Αρσένιος σκούπισε το αίμα μέ την παλάμη του. -Κύριε, ελέησον! Κύριε, μή μ' έγκαταλείψεις!(π.Αρσένιος- Ο κατάδικος.εκδ.Ι.Μ.Παράκλητου)
* * *
Να ! η υπέρτατη παρηγοριά ό Εσταυ¬ρωμένος! Είσαι άρρωστος; "Εχεις όμως τό κρεβάτι σου, ενώ Αυτός είναι καρφωμένος όρθιος επάνω σ' ένα ξύλο. Είσαι φτωχός; Είσαι όμως ελεύθερος, ενώ Αυτός ούτε νά κινηθεί δέν μπορεί. Είσαι συκοφαντημένος καί κατατρεγ¬μένος; "Οχι όμως όσον Αυτός. Σέ εγκατέλειψαν οι φίλοι σου; Άλλ' Αυτόν τόν πρόδωσε ό μαθητής Του καί τόν οδήγησε σέ φρικαλέο θάνατο. Στερείσαι των πάντων; Άλλα τουλάχιστο κάποιο κουρέλι σκεπάζει τό σώμα σου, ενώ Αυτός κρέμεται γυμνός στό σταυρό. Καμία ανθρώπι¬νη συμφορά, καμία δυστυχία, καμία στέρηση, καμία οδύ¬νη, δέν είναι δυνατό νά ξεπεράσει τό μαρτύριο του Ιη¬σού. Καί επιτέλους ό,τι καί αν πάσχεις εσύ, είσαι ένας άθλιος αμαρτωλός, ενώ Εκείνος είναι Αθώος...».
* * *
Είπε ό Γέροντας Παΐσιος: «Δέν είναι εύκολο, ούτε καί φυσικό, ένας κορμός δέντρου νά γίνει αμέσως έπιπλο, εάν προηγουμένως δέν κατεργαστεί. Το ίδιο και ο άνθρωπος εάν πρώτα δεν κατεργαστεί την ψυχή του».

ΜΙΑ ΑΠΟ τις γυναίκες ενός Μουσουλμάνου πού έμενε στο Ελληνικό χωριό των Φαράσων της Μ.Ασίας , εξέφρασε σε μία Χριστιανή τήν επιθυμία της νά βαπτισθή ."Εκείνη το ανέφερε στον Άγιο "Αρσένιο καί ό Πατήρ της είπε νά τήν φέρνη κρυφά στο σπίτι της νά τήν κατήχηση, καί νά γίνη ή Νουνά της. Μετά άπό τήν κατήχηση τήν βάπτισε καί τήν ονόμασε "Ελευθερία. Είχε δε κοινωνήσει εν όλω τρείς-τέσσερις φορές μόνον, καί αυτές κρυφά, καί ζούσε όπως οι κρυφοί Χριστιανοί.
Άπό τήν στιγμή πού βαπτίσθηκε ή "Ελευθερία, έκανε τήν αδιάθετη καί έτσι δέν μόλυνε το Άγιο Βάπτισμα μέ τόν Τούρκο άνδρα της. "Επειδή δυσκο¬λευόταν στο άπιστο περιβάλλον τοϋ σπιτιού της, ό καλός Θεός γρήγορα τήν ελευθέρωσε καί τήν πήρε κοντά Του. "Αρρώστησε ξαφνικά καί έμεινε λίγες μέρες κατάκοιτη. Ζήτησε ή καημένη νά κοινωνήση, άλλα ήταν δύσκολο γι’ αυτήν νά πάη στον π.Αρσένιο ,όπως πιό δύσκολο ήταν νά πάη ό Άγιος Αρσένιος στο σπίτι της, γιά νά τήν κοινωνήση σάν κρυφή Χρι¬στιανή. Δέν τήν άφησε όμως ακοινώνητη ό καλός Πατέρας.
Πήρε ένα πολύ μικρό μήλο, άνοιξε μιά τρυ¬πούλα, έβαλε μέσα λίγο Άγιο Άρτο καί πάλι τό έκλεισε τό μήλο. Είπε μετά στην Νουνά της νά πάει νά την έπισκεφθή καί μέ τρόπο νά τής τό δώση, γιά νά κοινωνήση. Ή Νουνά της τό πήρε μέ ευλάβεια καί χαρά στά χέρια της καί μέ σταυρωμένα τά χέρια στο στήθος πήγε καί τήν επισκέφθηκε.
Ή "Ελευθερία, σάν νεοφώτιστη πού ήταν, τό διαισθάνθηκε καί μέ αλλοι¬ωμένο πρόσωπο τής είπε:
-«Ο Χριστός, ή ψυχή μου», ενώ δεν περνούσε από τον νου της ότι μπορούσε ή Νουνά της να της πάη την Θε.ια Κοινωνία .Εκείνη έβγαλε μετά το μήλο και της το έδωσε, και έτσι κοινώνησε ή ευλογημένη ψυχή.
Μετά άπό την Θεία Κοινωνία άρχισε νά παραδίδη και την ψυχή της στον Χριστό. "Ετρεξε ανήσυχη ή Νουνά της στον Πατέρα Αρσένιο καί του λέει:
- Την ευχή σου νά έχω, Χατζεφεντή, ή Ελευθερία
πέθανε. Τί θά γίνη τώρα; θά την πλύνουν οι Τουρκάλες!
- Μήν ανήσυχης, της απάντησε
Ή Νουνά της όμως ανησυχούσε γι' αυτό, γιατί οι Μουσουλμάνοι το μπάνιο πού κάνουν στον πεθαμένο το θεωρούν βάπτισμα καί πιστεύουν ότι συγχωρούνται όλες οι αμαρτίες τού νεκρού, πού έκανε ζωντανός! Πλάνη φυσικά καί μάλιστα χονδρή! Επειδή λοιπόν συνέχεια ενοχλούσε
τον Πατέ¬ρα Αρσένιο ή Νουνά της γι' αυτό το θέμα, ανα¬γκάσθηκε τότε ό Πατήρ νά της πή:
« Έ, τί νομί¬ζεις; θά αφήσω τίς Τουρκάλες νά λούσουν αυτήν πού βάπτισα;», καί έκανε συνέχεια προσευχή για τήν Ελευθερία. Τί συνέβη λοιπόν; "Ολες αυτές τίς ήμε¬ρες, όσες Τουρκάλες άπλωναν τά χέρια, για νά πλύνουν το σώμα της νεκρής Χριστιανής, τά χέρια τους έμεναν ακίνητα. Έτσι αναγκάσθηκαν νά τήν θάψουν, χωρίς νά τήν πλύνουν, στο Τούρκικο κοι¬μητήρι. Ό Χατζεφεντής τής διάβασε από μακριά τήν νεκρώσιμη ακολουθία καί εξακολουθούσε νά προσεύχεται.
Καί νά, επακολουθεί καί άλλο γεγονός: "Αρχισε κάθε βράδυ νά παρουσιάζεται ή Ελευθερία στο σπίτι της καί νά τους κάνη άνω-κάτω, καί τά πράγ¬ματα τού σπιτιού νά τά πετάη αγανακτισμένη καί νά τους λέη:
«Γιατί με βασανίζετε εδώ στην κόλαση, στο κοιμητήρι σας; Γρήγορα νά μέ βγάλετε άπό εδώ καί νά μέ πάτε στο σπίτι μου, στο Κοιμητήρι των Χριστιανών». Αυτό δέ γινόταν μέρες συνέχεια, μέχρι πού δέν άντεξε πιά ή τουρκική οικογένεια καί πήγαν στον Πατέρα Αρσένιο καί τού είπαν:
- Χατζεφεντή, τήν ευχή σου νά έχουμε, πολύ υποφέ¬ρουμε στο σπίτι μας άπό τήν πεθαμένη γυναίκα. Βοήθησε μας! Μόνον εσύ θά βρής τήν άκρη. Συνέ¬χεια κάθε βράδυ μάς βασανίζει καί μας κάνει το σπίτι άνω-κάτω καί μάς λέει νά τήν θάψουμε στό δικό σας το Κοιμητήρι. Φαίνεται, αυτή αγαπούσε τήν δική σας θρησκεία. Ό Πατήρ απάντησε στον Τούρκο άνδρα της:
-Τί μέ ρωτάς εμένα; Έγώ είμαι "Έλληνας καί εσύ Τούρκος• ό,τι θέλεις κάνεις.
- Όχι, Χατζεφεντή, δεν θέλω νά κάνω τίποτε χωρίς τήν ευλογία σου.
Τότε ό Πατήρ Αρσένιος τού είπε:
- Θά σου κάνουμε μια οικονομία. Ξεθάψτε την
εσείς καί φέρτε την νά τήν θάψουμε σέ μιαν άκρη
τού δικού μας Κοιμητηρίου. Όπως καί έγινε. Μετά εμφανίστηκε χαρούμενη ή Ελευθερία στο τούρκικο σπίτι καί τους έδωσε ευχές: «Να ζήσετε χίλια χρόνια! Τώρα βρίσκομαι στον Παράδεισο, στο φως καί στα καλά του Θεού». (Ο Αγ.Αρσένιος Εκδ.Ι.Μ.Σουρωτής)


ΟΛΗ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ο Άγιος Ανδρέας που παρίστανε στους ανθρώπους τον σαλό-τρελό, για να αποφύγει τον ανθρώπινο έπαινο της αγιότητας, έμενε νηστικός καί δέν καθόταν πουθενά. Τό βράδυ έπαιζε στίς στοές της πόλεως. Έκεί παρατηρούσε πού είχαν ξα¬πλώσει τά σκυλιά καί, αφού τά έδιωχνε, ξάπλωνε αναπαυ¬τικά σάν νά έπεφτε σε στρώμα, σχεδόν γυμνός, φτωχός, χωρίς ψάθα, χωρίς ένα χοντρό μάλλινο επανωφόρι, χωρίς κάπα, αλλά μόνο μέ τό μάλλινο ρούχο πού φορούσε. Τό πρωϊ πού σηκωνόταν, έλεγε στον εαυτό του:
-Νά, ταπεινέ, ανόητε Ανδρέα, σάν σκύλος κοιμήθη¬κες μαζί μέ τους ομοίους σου. Πάμε πάλι νά κοπιάσουμε, γιά ν' αποφύγουμε τή μέλλουσα τιμωρία, γιατί πλησιάζει ό θάνατος. Μήν πλανάσαι. Κανείς δέν θά σέ βοηθήση εκεί¬νη τήν ώρα. Κάθε άνθρωπος θά άπολαύσει τους καρπούς των κόπων του τήν ώρα του θανάτου. Αγωνίσου λοιπόν, κοπίασε, υπόμεινε εξευτελισμούς σ' αυτόν τόν κόσμο, γιά νά έπαινεθείς καί νά δοξασθείς άπό τόν επουράνιο βασι¬λέα μας.
"Ετσι μονολογούσε, καί αγωνιζόταν νά επεκτείνεται γορ¬γά προς τά εμπρός, καθώς λέει ό απόστολος (Φιλιπ. γ'14). Ό κόσμος πού τόν έβλεπε, έλεγε:
-Κοίταξε, καί νέος σαλός-τρελός!

Οί τελευταίοι τόν συμπαθούσαν, ενώ οί πρώτοι τόν χτυπούσαν στον τράχηλο καί έφτυναν αηδιασμένοι. Εκεί¬νος όμως ύπέμενε τόν πόνο καί τόν κάματο. Προσευχό¬ταν κρυφά, άλλα τόσο έντονα, ώστε ό ψίθυρος πού έβγαι¬νε άπό τά χείλη του ακουγόταν από μακριά σάν καζάνι πού κοχλάζει, ενώ άπ' τό στόμα του έβγαινε ατμός.
-Κοίταξε, έλεγαν όσοι ασύνετοι τόν έβλεπαν. Τόσο πολύ υποφέρει ή καρδιά του από τό πονηρό πνεύμα, ώστε βγάζει αυτόν τόν άτμό.'
Εκείνο όμως πού προξενούσε τόν ατμό ήταν ή ακατά¬παυστη καί θεάρεστη προσευχή. Όσοι λοιπόν σκέπτον¬ταν έτσι, ήσαν αφελείς, όπως άλλοτε οί Ιουδαίοι κατά τήν Πεντηκοστή, πού θεώρησαν μέθη τήν ποικιλία τών γλωσσών.
Μία ημέρα περνούσε μπροστά από τά πονηρά κατα¬γώγια καί έκανε πώς παίζει. Τόν είδε μία άπό τίς πόρνες νά συμπεριφέρεται έτσι καί τόν πέρασε γιά τρελ¬λό. Τόν έπιασε λοιπόν άπ' τό μάλλινο ρούχο του καί τόν έσυρε στό καταγώγιο της. Εκείνος τότε, τό αληθινό δια¬μάντι της σωφροσύνης καί ό εμπαίκτης του διαβόλου, δέν αντέδρασε, άλλα τήν ακολούθησε. Καθώς μπήκε μέσα, μαζεύθηκαν γύρω του και οί άλλες γυναίκες..
-Πώς τό έπαθες αυτό; τόν ρώτησαν κοροϊδευτικά. Εκείνος χαμογέλασε, άλλα δέν αποκρίθηκε τίποτε.
Μερικές τόν χτυπούσαν στον τράχηλο καί προσπαθούσαν νά τόν οδηγήσουν στην αισχρή πράξη της πορνείας. "Αλ¬λες πάλι δοκίμαζαν μέ πολλά χάδια καί φιλήματα νά παρα¬σύρουν τόν σώφρονα στην αμαρτία λέγοντας:
-Σαλέ, πόρνεψε, ικανοποίησε τό πάθος της ψυχής σου!
Ήταν νά τόν θαυμάζης εκείνον τόν γενναίο, γιατί μετά άπό τόσους μαλαγμούς δέν μπόρεσαν νά τόν οδηγή¬σουν στό βρωμερό πάθος. "Αλλαξαν λοιπόν συμπεριφορά καί έλεγαν:
-Αυτός ή νεκρός είναι ή ξύλινος ή πέτρινος!
-Απορώ μέ τήν αναισθησία σας, είπε μιά άπ' αυτές. Πώς μιλάτε έτσι; "Ενας σαλός καί δαιμονισμένος, ένας πει¬νασμένος καί διψασμένος, ένας πού κρυώνει καί δέν έχει πού νά γείρη τό κεφάλι του, μπορεί ποτέ νά επιθυμεί τέ¬τοια πράγματα; Αφήστε τον νά πάη οπού θέλει!
Ό δίκαιος έβλεπε ανάμεσα τους τόν δαίμονα της πορ¬νείας. Ήταν μαύρος σάν αράπης. Στό κεφάλι του δέν είχε μαλλιά. Είχε κοπριά ανακατεμένη μέ στάχτη. Τά μάτια του έμοιαζαν μέ της αλεπούς, ένώ στον ώμο του είχε ριγμένο ένα απαίσιο κουρέλι. 'Από πάνω του έβγαινε τριπλή δυσω-δία, πού θύμιζε σαπίλα, βόρβορο καί ακαθαρσία. Ήταν δέ τόσο έντονη, ώστε ό μακάριος έφτυνε συχνά άπό αηδία καί έπιανε τή μύτη του. Βλέποντας τον ό δαίμονας νά αηδιάζη τήν ασωτία, φώναξε καί του είπε:
-Έμενα οί άνθρωποι μ' έχουν στην καρδιά τους σάν μέλι γλυκό, κι έσύ πού κοροϊδεύεις τόν κόσμο μέ σιχαίνε¬σαι καί μέ φτύνεις! Ό σκοπός επομένως, γιά τόν όποιον υποκρίνεσαι τόν σαλό, δέν είναι καλός. Σίγουρα τό έκα¬νες αυτό γιά νά απαλλαγής άπ' τή σωματική δουλεία.
Ό όσιος τόν έβλεπε φανερά. Οί πόρνες όμως δεν έβλεπαν τίποτε, άκουγαν μόνο τόν ήχο τής φωνής του. Ύστερα ό μακάριος τόν περιγέλασε γιά τήν ασχήμια του καί τόν έδιωξε φοβερίζοντας τον.
-Κοίτα πώς αστειεύεται μέ τόν δαίμονα του! έλεγαν οί πόρνες.
-Τό ρούχο του είναι ωραίο, παρετήρησε κάποια. "Ας του τό πάρουμε κι ας τό πουλήσουμε, γιά νά πιούμε σήμε¬ρα κρασί.
Αμέσως λοιπόν σηκώθηκε, του τράβηξε τόν χιτώνα καί τόν άφησε γυμνό. Τόν πούλησαν ένα μιλιαρίσιο καί πήραν ή καθεμιά από δύο λεπτά.
-Νά μήν τόν διώξουμε γυμνό, είπε ή πρώτη στις άλ¬λες. "Ας του χαρίσουμε τουλάχιστον ένα παλιό ψαθί.
"Εφεραν τό ψαθί, έκαναν ένα άνοιγμα στό κέντρο, τό πέρασαν στον τράχηλο του καί τόν έδιωξαν από τό κατα¬γώγιο. 'Εκείνος πήγε στην πλατεία καί φορώντας τό ρούχο έτρεχε καί έπαιζε. Όσοι τόν έβλεπαν του έλεγαν: -Καλό σαμάρι φορείο γάιδαρος σου σαλέ! -Ναί ανόητοι, άπαντούσε εκείνος, καλό σαμάρι φορώ. Πατρίκιο μέ έκανε σήμερα ό βασιλιάς!(ΟΣΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ο δια Χριστόν Σαλός-εκδ.Ι.Μ.Παρακλήτου-Ωρωπός)
Σουρούπωνε στο στρατόπεδο των κρατουμένων στη Σιβηρία . Τό σκοτάδι έπεφτε γοργά, καί οι κρατούμενοι από στιγμή σε στιγμή θά γύριζαν από τή δουλειά. Θά γύριζαν παγω¬μένοι καί κατάκοποι, μά καί με τά νεύρα τε¬ντωμένα. Θά πέφτανε πάνω στά κρεβάτια τους σχεδόν αναίσθητοι. Ό θάλαμος θά γέ¬μιζε λάσπες, υγρασία, αναστεναγμούς, βλαστήμιες, αίσχρόλογα...
Μισή ώρα αργότερα τους οδηγούσαν σέ ειδικό χώρο γιά τό συσσίτιο. Ή ώρα εκείνη γιά πολλούς από τους πολιτικούς κρατουμέ¬νους ήταν ώρα μαρτυρίου. Οι ποινικοί κρα¬τούμενοι τους χτυπούσαν χωρίς ενδοιασμούς καί τους άρπαζαν τό φαγητό. Οι πιό δυνα¬τοί, βέβαια, αντιστέκονταν καί κατόρθωναν νά περισώσουν κάτι από τή μερίδα τους. Μά οι ασθενικοί έμεναν πολύ συχνά εντελώς νη¬στικοί.
Οι πολιτικοί κρατούμενοι ήταν σ' όλους τους θαλάμους πολύ περισσότεροι από τους εγκληματίες. Οι τελευταίοι όμως, μέ τή χα¬ρακτηριστική τους ωμότητα καί μέ τήν τρο¬μοκρατία, ασκούσαν σχεδόν πλήρη έλεγχο στους υπολοίπους.
Το φαγητό ήταν αξιοθρήνητο. Οι μερίδες ασήμαντες. Τά τρόφιμα μισοχαλασμένα, συ¬χνά μύριζαν πετρέλαιο. Καί όμως, γιά τους κρατουμένους τό άθλιο τούτο γεύμα ήταν η μόνη χαρά και απόλαυση απόλαυση. Όλόκληρη τή αέρα, καθώς δούλευαν, αυτό σκέφτονταν καί αυτό περίμεναν μέ λαχτάρα, μολονότι δέν επαρκούσε γιά τήν ανάκτηση των δυνάμεων πού ξόδευαν. Κανένας πολιτικός κρατούμε¬νος, ωστόσο, δέν ήταν βέβαιος, όπως είπαμε, ότι θά φάει μετά τή δουλειά.
Ό π. Αρσένιος ,που είχε καταδικαστεί για την πίστη του στον Θεό, στερήθηκε πολλές φορές τό φαγητό του. Ποτέ όμως δέν βαρυγγώμησε. "Εχανε τή μερίδα του; Ερχόταν αμέσως στό θάλαμο, ξάπλωνε στό κρεβάτι του καί άρχιζε τήν προσευχή.
"Στην αρχή ζαλιζόμουνα", διηγόταν αρ¬γότερα ό ίδιος, "ένιωθα ρίγη από τό κρύο καί τήν πείνα, τό μυαλό μου θόλωνε... Άλλα κάνοντας τόν εσπερινό καί τόν όρθρο, δια¬βάζοντας τους χαιρετισμούς της Παναγίας, του αγίου Νικολάου καί του προστάτη μου οσίου Αρσενίου, παρακαλώντας τό Θεό γιά τά πνευματικά μου παιδιά καί μνημονεύο¬ντας τά ονόματα όλων των κεκοιμημένων πού μπορούσα νά θυμηθώ, έπαιρνα δύναμη, πολ¬λή δύναμη. Καί τό πρωί σηκωνόμουν από τό κρεβάτι - γιατί συνέβαινε συχνά νά ξαγρυ¬πνώ καί νά προσεύχομαι όλη τή νύχτα - καί αισθανόμουνα χορτάτος καί από φαγητό καί άπό ύπνο".
Σκοτάδι. Οι φάλαγγες των κρατουμένων, ή μιά πίσω άπό τήν άλλη, μπαίνουν στό χώρο τοΰ στρατοπέδου και μοιράζονται στις πα¬ράγκες. Τά «παιδιά» μπαίνουν μέ ανακού¬φιση στον ζεστό θάλαμο και, από τή χαρά τους, βρίζουν και αίσχρολογοϋν πιό πολύ από άλλες φορές.
Τόν π. Αρσένιο δέν τόν χτύπησαν σήμε¬ρα. Μήτε τό φαγητό του πείραξαν. Άπό τις μερίδες όμως τών δύο κατάκοιτων ό παππού¬λης μπόρεσε νά περισώσει μόνο μισή φέτα ψωμί. Τήν έκρυψε στον κόρφο του μαζί μ' έ¬να κομμάτι πικρή μουρούνα, από τή δική του μερίδα, και τράβηξε βιαστικά γιά τό θάλαμο.
Χώρισε στή μέση τό ψωμί και τό ψάρι, και τάισε τους άρρωστους. "Υστερα τους ανά¬γκασε νά πιουν άπό μιαν ασπιρίνη λιωμένη σέ ζεστό νερό. Τέλος, αφού τους βοήθησε νά ουρήσουν σ' ενα τενεκεδένιο κουτί, τους κα¬θάρισε όπως-όπως καί τους σκέπασε.
Σέ πέντε μέρες οι άρρωστοι παρουσίασαν, εντελώς απροσδόκητα, σημεία βελτιώσεως. Ήταν όμως ανήμποροι νά σηκωθούν. Θά ζούσαν;...
Ό π. Αρσένιος συνέχισε νά τους φροντί¬ζει παί νά τους εξυπηρετεί μέρα-νύχτα. Τί άνθρωποι ήταν, δέν ήξερε. Τήν περιποίηση του τη δέχονταν ψυχρά. Χωρίς αυτόν, όμως, θα ήταν από καιρό χωμένοι στην παγωμένη γη. Δέν μιλούσαν ποτέ γιά τόν εαυτό τους. Μά κι ό
π. Αρσένιος δέν τους έκανε καμιά σχετική ερώτηση. Ό «νόμος της σιωπής», ένας άγραφος νόμος του στρατοπέδου, δέν επέτρεπε «αδιάκριτες» ερωτήσεις. Πόσους τέτοιους ανθρώπους είχε δει στίς φυλακές, άπ' όπου είχε περάσει! Αναρίθμητους! Συ¬ναντήθηκαν, χωρίστηκαν, καί ποτέ δέν ξαναντάμωσαν. Πού νά τους θυμηθεί όλους!...


Μιά φορά ό ένας άρρωστος του είπε ότι λέγεται Ίβάν' Αλεξάντροβιτς Σαζίκωφ. Αυτό μονάχα. Καθώς λοιπόν τόν διακονούσε, κινούσε αθόρυβα τά χείλη του σέ θερμή προ¬σευχή τόσο γι' αυτόν όσο καί γιά τους άλλους. Ό Ίβάν Άλεξάντροβιτς τό παρατήρησε.
-Προσεύχεσαι, παππούλη! τού είπε. Προ¬σεύχεσαι γιά νά μας συγχωρεθούν οι αμαρτί¬ες, νά μας βοηθήσει ό Θεός... Τόν είδες πο¬τέ τό Θεό;
Κατάπληκτος παρατηρούσε ό π. Αρσένιος τόν Σαζίκωφ.
- Πώς δεν τόν είδα! είπε. Είναι έδώ, ανάμε¬σα μας, και μας ενώνει όλους!
- Τί μου λες, παπά; Σ' αυτόν έδώ τό θάλα¬μο καί ό Θεός; σάρκασε ό άρρωστος.
-Ναί! Αισθάνομαι την παρουσία Του! Τόν βλέπω! Βλέπω, όμως, ότι καί ή ψυχή σου, μο¬λονότι μαυρισμένη άπό τίς αμαρτίες, μολονό¬τι σκοτεινιασμένη από τά κακουργήματα, έχει μέσα της χώρο για τό φως!...
Τό πρόσωπο του Σαζίκωφ αλλοιώθηκε. "Αρχισε νά τρέμει ολόκληρος.
-Θά σέ χτυπήσω, παπά! γρύλλισε. Τό δί¬χως άλλο θά σέ χτυπή σω... Κάτι, μου λέει πώς εσύ ξέρεις πολλά, μόνο πού δέν μπορώ νά κα¬ταλάβω άπό πού...
Χωρίς ν' αποκριθεί ό π. Αρσένιος, γύρι¬σε κι έφυγε.
-«Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τόν άμαρτωλόν», μονολογούσε σιγανά.
Ό χρόνος έτρεχε καί οι δουλειές ήταν πολ¬λές. Καθώς τις έκανε, εκτελούσε μυστικά τόν μοναχικό του κανόνα καί έλεγε μέ τό νού του ό,τι άλλο ήξερε άπό τις προσευχές καί τις ιε¬ρές άκολουθίες της Έκκλη σίας μας - εσπερι¬νό, όρθρο, παρακλήσεις, χαιρετισμούς...
Ό δεύτερος άρρωστος ήταν ένα τυπικό θύμα των «εκκαθαρίσεων». Σάν κι αυτόν υ¬πήρχαν αναρίθμητοι μέσα στό στρατόπεδο. Συνηθισμένη ιστορία. Μέλος του Κόμματος από τά δεκαεπτά του χρόνια,Μέ τή ν υπογραφή του έστειλε στό θάνατο χι¬λιάδες... Καί τώρα τον έστειλαν νά πεθάνει στό Ειδικό. Νά πεθάνει, όπως τόσοι άλλοι πού βρέθηκαν έκεί, εϊτε από ψευδείς καταδόσεις εχθρών τους είτε γιά κάποια α¬πρόσεκτη κουβέντα τους, είτε γιά τήν πίστη τους είτε, τέλος, γιατί άπλα έπρεπε νά φύ¬γουν άπό τή μέση, ώστε νά μήν εμποδίζουν τήν ανάδειξη κάποιων άλλων στά κρατικά αξιώματα.
Ό π. Αρσένιος, μόλις άκουσε τό όνομα του - Αλέξανδρος Παύλοβιτς' Αφσένκωφ -, τόν θυμήθηκε. Ηταν ένας άνθρωπος γιά τόν οποίο έγραφαν συχνά οι εφημερίδες. Ηταν όμως και εκείνος πού υπέγραψε την καταδί¬κη τοϋ π. Αρσενίου
Ό Άφσένκωφ έπρεπε νά ήταν γύρω στά σαρανταπέντε, έδειχνε όμως πολύ μεγαλύτε¬ρος. Οι κακουχίες, ή πείνα, ή εξουθενωτική δουλειά, οι ξυλοδαρμοί, τό φάσμα τοΰ θα¬νάτου πού ήταν διαρκώς μπροστά του, όλα τούτα τόν είχαν καταρρακώσει - πάνω άπ' όλα όμως ένα αβάσταχτο αίσθημα ένοχης. Για¬τί, λίγον καιρό πρίν, έστελνε ό ίδιος άλλους ανθρώπους σ' αυτόν εδώ τόν καταραμένο τό¬πο.
Τώρα όμως;... Τώρα οδυνηρά συνειδητο¬ποίησε τήν πλάνη του. Βλέποντας τό δράμα των συγκρατουμένων του, ζώντας καί ό ίδιος τό δικό του δράμα, συναισθάνθηκε πόσο φρι¬κτό έργο επιτελούσε, στέλνοντας στό θάνα¬το χιλιάδες αθώους... Αθώους!...
Μέ τόν π. Αρσένιο συνδέθηκε στενά. Τόν αγάπησε βαθιά γιά τήν καλοσύνη καί τή φιλευσπλαχνία του.
-Τί άνθρωπος ειστ' έσείς, π. Αρσένιε! του έλεγε. Ψυχούλα!. Ιδεολογικά μας χωρίζει χάσμα. Κανο¬νικά θά έπρεπε νά βρισκόμαστε σέ πάλη...
Ό π. Αρσένιος χαμογελούσε καί τόν ρωτούσε:
- Μά γιά πέστε μου, γιατί πολεμήσατε; Ε;... Νά, πολεμούσατε, πολεμούσατε... καί τώρα κατάπιε κι εσάς καί τήν ιδεολογία σας τούτο δω τό στρατόπεδο! Ή δική μου πίστη στο Χριστό, όμως, καί εκεί, στην ελευθερία, ήταν μαζί μου καί εδώ μέ ακολουθεί. Ό Θεός είναι παντού καί βοηθάει όλους τους ανθρώπους, όπου κι άν βρίσκονται. Πιστεύω ότι θά βοηθήσει κι εσάς(Π.ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΚΑΤΑΔΙΚΟΣ -εκδ.Ι.Μ.Παρακλήτου)

Ό φόβος εμπόδιο στον γάμο.

Είχε πάρει τηλέφωνο ένας αδελ¬φός τον π.Πορφύριο όταν ήμουν καί εγώ εκεί μαζί του, καί τόν ρωτούσε, γιατί δεν μπορεί νά βρεί μέχρι τώρα μιά γυναίκα νά τήν παντρευτεί παρ' όλη τήν ηλικία του, 45 χρονών, καί είχε τήν εντύπωση ότι του έχουν κάνει μάγια, χωρίς τό τελευταίο νά τό λέει άπ' τό τηλέφωνο στον Παππούλη. Τότε ό Γέροντας του απάντησε. «Έ! "Ακουσε νά σου πώ. Δέν σου έχουν κά¬νει μάγια όπως τό φαντάζεσαι. Έσύ έχεις τό πρόβλημα».
-Τί πρόβλημα έχω, του έλεγε ό αδελφός.
«-Νά! έχεις πάρει τό γάμο άπό φόβο καί γι’ αυτό δέν σου κάνει καμία γυναίκα πού γνωρίζεις».

Οικογενειακές στενοχώριες καί αγιασμός :
Ο Γέροντας Πορφύριος γιά νά διορθώσει σ' έναν αδελφό τά πολλά ελαττώματα του, όπως καί σέ όλους μας, έπαιρνε παραδείγματα από τή φύση καί τή ζωή του καί του έλεγε:
«Νά ξέρεις, παιδί μου, τίποτα δέν έγινε εική καί ώς έτυχε. Όλα έχουν τό σκοπό τους. Καί τίποτα δέν γίνεται χωρίς νά υπάρχει αιτία. Ούτε μιά πευκοβελόνα δέν πέφτει από τό πεύκο άν δέ θέλει ό Θεός. Γιαυτό θά πρέπει νά μή στενοχωριέσαι γιά ό,τι σου γίνεται. Έτσι αγιαζόμαστε. Νά! εσύ, στενοχωριέσαι μέ τά πρόσωπα του σπιτιού σου καί βασανίζεσαι πότε μέ τή γυναίκα σου καί πότε μέ τά παιδιά σου. Αυτά είναι όμως πού σέ κάνουν καί ανεβαίνεις πνευματικά ψηλά. "Αν δέν ήσαν αυτοί εσύ δεν θα προχωρούσες καθόλου. Σου τους έχει δώσει ό θεός γιά σένα. Μα θά μου πείς, συνέχιζε ό Γέροντας, είναι καλό νά υποφέρουμε από τους αγαπημένους μας; Έ! έτσι τό θέλει ό θεός. Καί εσύ, λέει στον αδελφό, είσαι καί ευαίσθητος πολύ καί από τή στενοχώρια σου, σου πονάει το στομάχι σου καί ή κοιλιά σου εκεί χαμηλά, έτσι δέν είναι;»
Ναί, μά είναι κακό Παππούλη, τόν ρωτάει ό αδελφός, νά είναι κανείς ευαίσθητος;
«Ναί, του απαντάει ό Γέροντας, είναι κακό νά είναι κανείς πολύ ευαίσθητος σάν εσένα, γιατί μέ τή στενοχώρια δημιουργείς διάφορες σωματικές αρρώστιες. (ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΟΡΦΥΡΙΟ ι.Ησυχ.Μετ. Του Σωτήρος-Μήλεσι)

«Οι γονείς φταίνε γιά τά προβλήματα τών παιδιών. Όλα τά προβλήματα ξεκινούν άπό τους γονείς. Πρέπει οι γονείς νά γίνουν άγιοι καί μετά τά παιδιά θά αγιαστούν καί αυτά. Μετά δέν θά υπάρχουν προβλήματα».
ΣΕ ΔΑΣΚΑΛΟ είπε — "Οταν αποκτήσεις δικά σου παιδιά θά τά καταλαβαίνεις καλύτερα τά παιδιά στό σχολείο.
"Οταν κανείς τ' αγαπάει τά παιδιά, και όταν τά μαλώνει μέ καλωσύνη, τό δέχονται τά παιδιά τό κα¬ταλαβαίνουν αυτό! Οι καθηγητές όπως και οι μπακάληδες όταν είναι νέοι, βάζουν, βγάζουν πολύ από τή ζυγαριά, ενώ όταν αποκτήσουν πείρα, 2-3 σπυριά και τή φέρνουν τή ζυγαριά στό ίσο.
* * *
— Γέροντα, σκέφτομαι στό καινούργιο σπίτι πού θά χτίσω, στον κάτω όροφο νά κάνω δύο διαμερισματάκια γιά τους γονείς καί τά πεθερικά μου. Είναι κα¬λά έτσι;
— Ναι, πολύ καλά!! Μπράβο, πού τό σκέφτηκες. Είναι μεγάλη ευλογία από τό θεό νά κοιτάει κανείς τους γονείς του.(Ο π.Παίσιος μου είπε..εκδ.Αθ.Ρακοβαλή-Θεσσαλονίκη)
* * *
ΜΙΑ ΦΟΡΑ ο Άγιος Αρσένιος , ενώ πήγαινε γιά Εσπερινό, μόλις ξεκλείδωσε τήν πόρτα του Ναού, είδε μία Γυναίκα, πού άστραφτε το πρόσωπο της, νά βγαίνει από τον Ναό καί νά χάνεται μπροστά στά μάτια του καί στά μάτια των άλλων πού ήταν μαζί του. ("Ενας άπό αυτούς ήταν καί ό Σολομών Κοσκερίδης). Ό Άγ.Αρσένιος-Χατζεφεντής είπε ότι ήταν ή Παναγία.
Στις ολονυκτίες πού έκανε στά μακρινά Εξωκλήσια συνήθως, όσο μακριά και άν ήταν, ποτέ δεν έπαιρνε ζώο, άλλα πάντοτε με τά πόδια του πήγαινε, καί σ’ όλη τήν διάρκεια της ολονυκτίας στεκόταν όρθιος. Πολλές φορές τον παρακαλούσε ό Ψάλτης του νά καθήσει καί αυτός λίγο στο γαϊδουράκι πού έπαιρνε στά μακρινά Εξωκλήσια, άλλ" ό Πατήρ δέν δεχόταν ποτέ, γιατί είχε τυπικό νά μήν κάθεται σέ ζώο ποτέ σ' όλη του τήν ζωή, όσο μακρινή καί άν ήταν ή απόσταση του δρόμου. Άφου καί στά Ιεροσόλυμα πού πήγε πέντε φορές, με τά πόδια βάδιζε πέντε ήμερες μέχρι τήν Μερσίνα, γιά νά πάρει το πλοίο.
Ή μεγάλη ευαισθησία του Πατρός δέν άντεχε νά κουράζει τά ζώα καί νά ξεκουράζει τον εαυτό του. Δέν φθάνει πού βάδιζε πεζός, άλλα συνήθιζε καί ξυπόλυτος. "Οταν πλησίαζε ανθρώπους, φορούσε λίγο τα παπούτσια του, καί όταν απομακρυνόταν, πάλι τά έβαζε στον τουρβά του.
Μιά φορά πού πήγαινε στά Ιεροσόλυμα, περνώ¬ντας άπό τά "Αδανα είχε φιλοξενηθεί στο σπίτι μιας Φαρασιώτισσας, της Χατζη-Χριστίνας. Τά πόδια του Αγίου Αρσενίου (Χατζεφεντή) είχαν πρησθεί από τήν μεγάλη του πορεία καί τήν ξυπολυσιά, καί δέν χωρούσαν στά παπούτσια του. Ένώ ήταν καί τόσο πολύ ταλαιπωρημένος από τήν πενθήμερη πορεία του, ούτε καί αναπαύθηκε στο κρεββάτι, άλλα στο πάτωμα, διότι, όταν έφυγε, βρέθηκαν τά σεντόνια του κατακάθαρα καί τσαλακωμένα με τά χέρια του. Το έκανε αυτό, γιά νά χαρεί ή γυναίκα, ότι ό ίδιος αναπαύθηκε, καί παράλληλα νά κρύψει τήν άσκηση του. Οι άνθρωποι όμως, επειδή είχαν ευλάβεια καί αγωνιστικό πνεύμα, τόν καταλάβαιναν τον Πατέρα Αρσένιο τις περισσότερες φορές.(οΆγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης εκδ.Ι.Μ.Σουρωτής)
Από το Γεροντικό:
"Οταν ήμουν νεώτερος και έμενα σέ κελλί, στην Αίγυπτο, με έκαμαν δια της βίας κληρικό στην κώμη. Και μη θέλοντας να αναλάβω, έφυγα σέ άλλο τόπο. Και ήλθε σ' έμενα ένας ευλαβής λαϊκός και έπαιρνε το εργόχειρο μου και με διακονούσε. Συνέβη δέ, άπο πειρασμό, μια κοπέλα στην κώμη, να πέσει σέ αμαρτία. Και έχοντας μείνει έγκυος, τή ρωτούσαν ποιος της το έκαμε αυτό. Και εκείνη συκοφαντικά έλεγε : «Ό αναχωρητής». Βγήκαν λοιπόν οι χωρικοί, μέ έπιασαν, μου κρέμασαν στον λαιμό γανωμένες χύτρες και χερούλια από κοφίνια, μέ πόμπευσαν στα σταυρο¬δρόμια της κώμης και μέ χτυπούσαν, λέγοντας : Αυτός ό καλόγερος μας διέφθειρε το κορίτσι, πάρτε τον, πάρτε τον. Και μέ χτύπησαν τόσο, όπου παρά λίγο νά πεθάνω. Ήλθε δέ κάποιος από τους γέροντες και είπε : "Ως πότε θά χτυπάτε τον ξένο μοναχό ; Αυτός δέ όπου μέ διακονούσε, ακολουθούσε πίσω μου ντροπιασμένος. Γιατί και αυτόν τον έβριζαν πολύ και του έλεγαν : Νά, βλέπεις τί έκαμε ό αναχωρητής, όπου συ καμάρωνες ; Και λέγουν οι γονείς της : Δέν τον αφήνουμε ώσπου νά μας δώσει εγγύηση ότι θά τή διατρέφει. Και είπα στον διακονητή μου και αυτός εγγυήθηκε. Και πήγα στο κελλί μου και του έδωσα άσα ζεμπίλια είχα, λέγοντας του : Πούλησε τα και δός στή γυναίκα μου νά φάει. Και έλεγα στον λογισμό μου : Μακάριε, να ! σου έλαχε γυναίκα. Πρέπει νά εργάζεσαι κάπως πιο πολύ, για νά τήν τρέφεις. Και εργαζόμουν νύχτα και μέρα και της έστελνα. Και όταν ήλθε ή ώρα της νά γεννήσει, περνούσαν μέρες πολλές όπου βασανιζόταν χω¬ρίς νά γεννήσει. Και της λέγουν : Τί σημαίνει αυτό ; Και τους αποκρίθηκε : Έγώ ξέρω. Γιατί συκοφάντησα τον α¬ναχωρητή και τον κατηγόρησα λέγοντας ψέμματα. Δέν φταίει αυτός, άλλα ένας νέος. Ήλθε λοιπόν αυτός όπου μέ διακονούσε, όλος χαρά. Και μου είπε ότι δέν μπόρεσε νά γεννήσει εκείνη ή πρώην παρθένος, ωσότου ώμολόγησε : Δέν είναι ένοχος ό αναχωρητής, αλλά είπα ψέμματα εναντίον του. Και νά, ολη ή κώμη θέλει νά έλθει εδώ μέ πομ¬πή και παράταξη, γιά νά σου υποβάλει τή μετάνοια της. Έγώ όμως, ακούοντάς τα αυτά, γιά νά μή μέ θλίψουν οι άνθρωποι, σηκώθηκα και ήλθα εδώ σέ Σκήτη. Αυτή ήταν ή αφορμή όπου κατέφυγα εδώ ».
* * *
Ο ΜΑΚΑΡΙΟΣ Πίωρ εργάσθηκε στον θερισμό κον¬τά σε κάποιον και του θύμιζε νά του δώσει τον μισθό του. Εκείνος όμως το ανέβαλε και έτσι ό γέρων επανήλθε στη Μονή. Πάλι ήλθε ό καιρός, θέρισε στο χωράφι του ανθρώπου εκείνου, δουλεύοντας με προθυμία, αλλά χωρίς πληρωμή και αυτή τη φορά, γύρισε στη Μονή του. Την τρίτη επίσης χρονιά, κάνοντας την ίδια εργασία ό γέρων, έφυγε χωρίς τίποτε νά πάρει. Έρριξε τότε ό Κύριος σε δοκιμασία το σπίτι του ανθρώπου εκείνου. Και γύριζε στά Μοναστή¬ρια, αναζητώντας τον άγιο γιά νά του δώση την αμοιβή του. Και μόλις τον βρήκε, έπεσε στά πόδια του και αποδίδοντας του το ποσό., έλεγε : « Έμενα ο Κύριος με πλήρω¬σε ». Και ό γέρων του σύστησε νά το παραδώσει στην εκ¬κλησία, στον πρεσβύτερο.(ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ)

'Έρποντας γλύφοντας...Κάποτε στην κορυφή ενός βράχου ανέβηκε ένα σαλιγκάρι. "Ενας αετός τό βλέπει και ξαφνιάζεται. Μπά, του λέει, σαλΐγκαρε, εσύ πώς βρέθηκες έδώ; Δέν ξέρεις δτι οί υψηλές κορυφές είναι μόνον γιά τους αετούς; Καί τό σαλιγκάρι γεμάτο κομπασμό και έπαρσι απάντησε. Ρωτάς πώς βρέθηκα έδώ; "Ερποντας, γλύφοντας καί μέ τά κέρατα μου ...Πόσες φορές δέν βλέπουμε καί στίς δικές μας κορυφές κάτι σαλιγκάρια, κάτι ανθρώπους, κλασσικές ανικανότητες, ν' ανεβαίνουν υψηλά, νά καταλαμβάνουν υψηλές θέσεις καί νά προκαλούν μέ τήν παρουσία τους τους παραγκωνισμένους αετούς. "Ανθρωποι μικροί, πού έμαθαν νά σέρνωνται καί νά γλύφουν, κατέλαβαν κάποια θέσι πού οπωσδήποτε δέν τους άνηκε. Καί είναι θλιβερό νά βλέπης ανθρώπους μέ άετήσιο βλέμμα, μέ δυνατό μυαλό, μέ ικανότητες αναμφισβήτητες, μέ φτερούγες αετού, νά κάθωνται στό περιθώριο τής ζωής, πικραμένοι καί απογοητευμένοι. Άλλα όταν οί σαλίγκαροι κυβερνούν, τότε οί αετοί πεθαίνουν άπό μαρασμό και οί κοινωνίες χάνονται και σβήνουν.
* * *
Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ του κόσμου και κατ' εξοχήν του ανθρώ¬που είναι καρπός της θείας Αγάπης. Είναι ένα ξεχείλισμα του πληρώματος της θείας Αγάπης, το οποίο γέννα την ζωή. Ό άγιος Γρηγόριος ό θεολόγος λέγει ότι «δεν ήταν αρκετό στον πανάγαθο Θεό να κινήται μόνον στην θεωρία του έαυτού Του, άλλα έπρεπε να εκχυθή ή θεία αγαθότη¬τα και να έξαπλωθή ,για να γίνουν περισσότερα τα υπό του άγαθού Θεού ευεργετούμενα και αυτό είναι απόδειξη της άπειρου θείας αγαθότητος». Γι' αυτό, λοιπόν, ό Θεός δημιουργεί αρχικά τις αγγελικές και ουράνιες Δυνάμεις. Έν συνεχεία «δημιουργεί δεύτερο κόσμο υλικό και ορατό», δηλαδή τον ουρανό και την γη και όσα ευρίσκονται μεταξύ ουρανού και γης
Δέν υπήρχε όμως ακόμη «κράμα από τα δύο (τον αό¬ρατο και ορατό κόσμο)... και δέν ήταν ακόμη γνωστός ο¬λόκληρος ό πλούτος της αγαθότητος του Θεού. Δημι¬ουργεί, λοιπόν, ό Θεός τον άνθρωπο και τον τοποθετεί επί της γής «ωσάν ενα δεύτερο κόσμο, μεγάλο μέσα στον μι¬κρό (τον αισθητό)... ως άλλον "Αγγελο και ως βασιλέα των επιγείων δημιουργημάτων».
Ό Θεός, κινούμενος άπό τήν αγαθότητα Του, δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο. Και «αφού έπροίκισε τον άνθρωπο μέ άπειρα αγαθά, κατέστησε αυτόν τον μι¬κρό και ασήμαντο, κυρίαρχο όλων των δημιουργημάτων, και τον ανέδειξε επάνω στην γή αυτό πού είναι ό ίδιος στους ουρανούς». Τον ανέδειξε, δηλαδή, άρχοντα των έπί της γής δημιουργημάτων.(Η ΘΕΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΚΑΙ Η ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ Ιερομ. Γρηγορίου-Ι.Κουτλουμουσιανόν .Κελλίον Άγ.Ιωάνν.ο Θεολόγος-Άγ.Όρος)



ΥΠΑΡΧΟΥΝ μητέρες πού, αν διαπιστωθή κατά τήν εγκυμοσύνη ότι το παιδάκι πού θά γεννήσουν θά είναι ανάπηρο ή διανοητικά καθυστερημένο, κάνουν έκτρω¬ση καί το σκοτώνουν. Δέν σκέφτονται ότι καί αυτό έχει ψυχή. Πόσοι πατέρες έρχονται καί μου λένε: «Το δικό μου το παιδί νά είναι σπαστικό; Γιατί νά το κάνη έτσι ό θεός; Δέν μπορώ νά το αντέξω». Πόση αναίδεια προς τον Θεό έχει αυτή ή αντιμετώπιση, πόσο πείσμα, πόσο εγωισμό. Αυτοί, άν δεν τους βοηθήση ό Θεός, θά γίνουν χει¬ρότεροι. Κάποτε ήρθε στο Καλύβι μέ τον πατέρα του ένας φοιτητής πού είχε πάθει το μυαλό του από λογισμούς καί τού είχαν κάνει ηλεκτροσόκ. Το καημένο είχε στριμωχθή πολύ άπό το σπίτι του. Είχε καί μιά ευλάβεια! Έκανε μετάνοιες καί χτυπούσε το κεφάλι του κάτω στο χώμα. «Μήπως λυπηθή το χώμα ό Θεός, έλεγε, και λυπηθή και έμενα πού τό χτύπησα». Δηλαδή μήπως λυπηθή ό Θεός τό χώμα πού πόνεσε από τό δικό του χτύπημα και λυπηθή κι εκείνον. Μου έκανε εντύπωση! Αισθανόταν τον εαυτό του ανάξιο. "Οποτε ζοριζόταν, ερχόταν στο "Ορος. Του τακτοποιούσα τους λογισμούς, περνούσε έναν-δυό μήνες καλά και ύστερα πάλι τα ίδια. Ό πατέρας του δεν ήθελε νά βλέπουν οι γνωστοί τους τό παιδί, γιατί θιγόταν ή υπόληψη του. "Υπέφερε από τον εγωισμό του. «Έκτίθεμαι στον κόσμο με τον γιό μου», μου είπε. Μόλις τό ακούει τό παιδί, του λέει: «Βρε, νά ταπεινωθής. Έγώ είμαι τρελλός και κινούμαι άνετα, θα με βάλης σε καλούπια; Νά ξέρης ότι έχεις ένα τρελλό παιδί και νά κινήσαι άνετα. Ό μόνος είσαι πού έχεις τρελλό παιδί;». Σκέφθηκα: «Ποιος είναι τώρα από τους δυο τρελλός;».
Βλέπετε πού οδηγεί πολλές φορές ό εγωισμός; Νά θέλη ό πατέρας ακόμη και τήν καταστροφή του παιδιού του! Και στον κόσμο όταν ήμουν, γνώριζα έναν καθυ¬στερημένο διανοητικά, πού οι συγγενείς του, όταν πήγαιναν κάπου με καμμιά συντροφιά, δεν τον έπαιρναν μαζί τους, γιά νά μή ντροπιασθούν! Και εμένα με κορόιδευαν, επειδή καταδεχόμουν νά συζητάω μαζί του. Έγώ όμως τον είχα σε καλύτερη θέση στην καρδιά μου από ό,τι εκείνους.
* *
«Τά παιδιά γίνονται προβληματικά όταν οί γονείς έχουν
προβλήματα μεταξύ τους».

Γιά τά παιδιά ό Παππούλης έλεγε συνέχεια ότι:
«Δέν πρέπει νά τά μαλώνουμε, άλλα νά τά συμβουλεύουμε και «Αν θέλουμε νά κάνουν κάτι, πρέπει πρώτα νά δίνουμε έμείς τό καλό παράδειγμα καί έπει¬τα νά σηκώνουμε τά χέρια στό θεό νά προσευχόμαστε».
* *
Οι γονείς καμιά φορά κάνουν κακό στά παιδιά τους από τήν υπερβολική αγάπη πού τους έχουν...Βλέπεις αν «εκτροχιασθεί» ή αγάπη, τότε κάνει κακό
στό παιδί... Τό «πνίγει» μέ τήν πολλή αγάπη. Είναι αρρωστημένο πράγμα.
Ευτυχώς μερικά παιδιά έχουν μέσα τους ανδρεία καί γλυτώνουν. Άλλα όμως καταστρέφονται... Βλέπεις θέλει καί ή αγάπη ένα φρένο... ένα μέτρο... Έγώ δε θά γινόμουν καλός γονιός, μου λέει ό λογισμός, γιατί δέ θά μπορούσα νά επιβληθώ στον εαυτό μου.
* * *
Τά μικρά παιδιά, όταν διαβάζουν συναξάρια, πολύ ωφελούνται. Επειδή είναι απλά, έχουν πολλή πίστη. "Ετσι αποκτούν καλές συνήθειες. "Οταν αρχίσει κανείς από μικρός τήν πνευματική ζωή, από το δημοτικό ακόμα, αυτός κάνει τήν πιό χαρούμενη ζωή. Γιατί μικρός έχει καί τήν αμεριμνησία. Αποκτάει καί καλές συνήθειες καί συνεχίζει έτσι. Έγώ μικρός πέρασα τά καλύτερα μου χρόνια, πέμπτη-έκτη δημοτικού πετούσα. Μετά, άν μεγαλώσει λίγο μπαίνει ή καλή ανησυχία, τί θά γίνω, τί θά σπουδάσω κ.λ.π.Μέχρι τό '40 πού άρχισε ό πόλεμος μέ τους Ιταλούς, ήμουν 16 χρονών, τότε πέρασα τά καλύτερα μου χρόνια. Μετά ό πόλεμος τά χάλασε τά πράγματα. Είχαμε δυσκολίες.
* * *
Είναι μερικά παιδιά πού είναι πιό έξυπνα, πιό ώριμα γιά τήν ηλικία τους. "Εχουν καί μιά παλικαριά μέσα τους. Αυτά θέλουν νά κάνουν παρέα μέ μεγαλύτερα παιδιά, γιατί είναι πιό ώριμα από τήν ηλικία τους. "Αν τώρα τύχει καί κάνουν παρέα μέ καλά παιδιά, ωφελούνται. "Αν όμως πέσουν σέ άτακτα παιδιά, πολύ βλάπτονται.
Τά μικρά παιδιά βλάπτονται περισσότερο από τά μεγαλύτερα παιδιά καί από αδιάκριτους μεγάλους. Γιατί έχουν μιά περιέργεια. Πάνε ν' ακούσουν τί λένε οι μεγάλοι καί ακούν άσχημα πράγματα καί βλά¬πτονται.
Καλύτερα νά κάνει κανείς παρέα μέ συνομηλίκους ή μέ μικρότερους, γιά νά μή βλάπτεται. Τους μικρό¬τερους, γιά νά νά τους ωφελήσει κιόλας.
Έγώ έκανα παρέα όλο μέ μικρότερους. Μετά, όταν μεγάλωναν λίγο, μέ παρατούσαν κι αυτοί καί μέ κορόιδευαν. Τά ζόριζα καί 'γώ λίγο στις νηστείες, φώναζαν καί οι μαννάδες τους, μήν πάτε μ' αυτόν θά σας χτικιάσει. "Οταν ήταν μικροί, χαίρονταν πού είχαν ένα μεγάλο μαζί τους.
Μετά τί νά κάνω. "Αρχισα νά υποκρίνομαι. "Εκανα παρέα μέ συνομηλίκους. "Εκαναν λάστιχα αυτοί, έκανα κι έγώ. Ρίχναν στό στόχο; έριχνα κι έγώ. Σκότωσα καί κάνα-δυό πουλάκια. Γιά βάστα λέω, τί γίνεται εδώ; Έγώ τό μικρό μου τόν αδελφό τόν είχα δείρει, όταν σκότωσε ένα πουλάκι, τό πήρα καί τό έθαψα, τώρα σκοτώνω έγώ; Τά παράτησα λοιπόν. Μετά έπαιρνα τά συναξάρια, τά βιβλία καί πήγαινα στό δάσος, διάβαζα, προσευχόμουν, ανέβαινα σέ κανένα βράχο νά κάνω τό στυλίτη. Είχα φάει τό πρωί, ήταν γεμάτο τό στομάχι. "Οταν άρχισε νά μέ κόβει ή πείνα, είπα νά κατέβω πρίν εξαντληθώ. Τό ανέβασμα είναι πιό εύκολο από τό κατέβασμα, γιατί όταν κατεβαίνεις δέ βλέπεις.
"Οταν είναι κανείς μικρός καί είναι λίγο ηθικός, σεμνός, τόν κοροϊδεύουν οί άλλοι καί προσπαθούν νά τόν παρασύρουν.Πήγαιναν δύο σέ μιά πόλη, μέ τά καθαρά τους τά ρούχα, γλύστρισε ό έ'νας καί έπεσε. Βρώμισε καί έγινε σάν γουρούνι, μέσα στή λάσπη.
Ό άλλος δέν ένοιωθε άνετα νά είναι δίπλα σ' αυτόν μέ τό καθαρό κοστούμι καί νά τόν κοιτούν ό¬λοι. Γι' αυτό μέ τρόπο έβαλε τρικλοποδιά στον άλλο, έπεσε, λερώθηκε καί έτσι κινιόταν πιό άνετα δίπλα του. Ελέγχονται από κανένα ηθικό παιδί καί προσ¬παθούν νά τό παρασύρουν, γιά νά μήν ελέγχονται.(ο π.Παϊσιος μου είπε…εκδ.Αθ.Ρακοβαλής)
* *
Ό θάνατος είναι αποχωρισμός γιά λίγα χρόνια : Πρέπει νά καταλάβουμε ότι ό άνθρωπος στην πραγματικότητα δέν πεθαίνει. Ό θάνατος είναι απλώς μετάβαση άπό τήν μιά ζωή στην άλλη. Εΐναι ένας αποχωρισμός γιά ένα μικρό διάστημα. "Οπως, όταν πάη κάποιος, ας υποθέσουμε, στο εξωτερικό γιά έναν χρόνο, οι δικοί του στενοχωριούνται, γιατί θά τόν αποχωρισθούν γιά έναν χρόνο, ή αν λείψη δέκα χρόνια, έχουν στενοχώρια γιά τόν αποχωρισμό των δέκα χρό¬νων, έτσι πρέπει νά βλέπουν καί τόν αποχωρισμό άπό τά αγαπημένα τους πρόσωπα με τόν θάνατο.
"Αν πεθάνη, ας υποθέσουμε, κάποιος καί οι δικοί του είναι ηλικιωμένοι, νά πουν: «Μετά άπό καμμιά δεκαπενταριά χρόνια θά ανταμώσουμε». "Αν είναι νεώτεροι, νά πουν: «Μετά άπό πενήντα χρόνια θά ανταμώσουμε». Πονάει φυσικά κανείς γιά τόν θάνατο κάποιου συγγενικού του προσώπου, άλλα χρειάζεται πνευματική αντιμετώπιση. Τί λέει ό "Απόστολος Παύλος; «"ίνα μη λυπήσθε καθώς καί οι λοιποί οί μη έχοντες ελπίδα»^'. Πόσες φορές θα τόν έβλεπε εδώ στην γη; Κάθε μήνα; Νά σκεφθεί ότι εκεί θά τόν βλεπη συνέχεια. Μόνον όταν δέν έχη καλή ζωή αυτός πού φεύγει, δικαιολογούμαστε νά ανησυχούμε. "Αν λ.χ. ήταν σκληρός, τότε, αν πραγ¬ματικά τόν αγαπάμε και θέλουμε νά συναντηθούμε στην άλλη ζωή, πρέπει νά κάνουμε πολλή προσευχή γι' αυτόν.(π.Παισϊου εκδ.Ι.Μ.Σουρωτής-Θεσσαλονίκη)
* * *
Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ του ανθρώπου είναι καρπός τής θείας Αγάπης και ό σκοπός για τον οποίο δημιουργήθηκε είναι να γίνη κοινωνός τής Αγάπης.
Ό Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο, άπό υπεραφθονία αγάπης, διότι «δέν έπρεπε να είναι αθέατο το φως, ούτε ή θεία δόξα να είναι χωρίς μάρτυρες.


Δέν έπρεπε να παραμένη αν-απόλαυστη ή αγαθότητα τοϋ Θεού, ούτε να μένουν ανενεργά όλα τα άλλα τα περί τήν θεία φύση αγαθά, χω¬ρίς να ύπάρχη εκείνος ό οποίος θα τα απολάμβανε και θα γινόταν μέτοχος τους». «Ό Θεός μας έπλασε για να γί¬νουμε κοινωνοί θείας φύσεως και μέτοχοι τής αιωνιότητας Του και για να φανούμε όμοιοι με Αυτόν θεούμενοι δια τής θείας Χάριτος»
* * *
Κάποτε, στό Κουτλουμουσιανό Κελλί του Αγίου Σπυρίδωνος, τό Κερκυραίϊκο, ενώ είχε πλησιάσει ή εορτή τοϋ Αγίου, δεν είχαν βρή ακόμη ψάρια, καί οι Πα¬τέρες ανησυχούσαν. Τά Καλογέρια έλεγαν στον Γέροντα νά αγοράσουν βακαλάο, μιά πού δέν βρήκαν ψάρια. ΌΓέροντας τους έλεγε:
-Κάντε υπομονή, ό "Αγιος Σπυρίδων θά μας φέρη ψάρια. Καί συνέχεια έκανε κομποσχοίνι.
Ένώ είχαν χάσει πιά τήν υπομονή τους τά Καλογέρια καί ήταν καταστενοχωρεμένα, γιατί ή ώρα είχε πλησιά¬σει καί έπρεπε νά μαγειρέψουν, ακούνε ξαφνικά νά χτυπάν τήν πόρτα. Ανοίγουν καί τί νά ιδούν! Δύο ψαράδες μέ δυό πανέρια γεμάτα ψάρια νά ζητάνε τόν Γέροντα. Φώναξαν οί υποτακτικοί τόν Γέροντα, άλλ' οί ψαράδες είπαν:
- Δέν είναι αυτός ό Γέροντας. Σ' εμάς ήρθε ένας άλ¬λος Γέροντας καί μας είπε: «Νά πάτε τά ψάρια στό Κελλί του Αγίου Σπυρίδωνος, πού πανηγυρίζει, καί θά πληρωθήτε μέ καλή τιμή. "Αν θέλετε, νά σας δώσω καί καπάρο». Ό Γέροντας κατάλαβε τό θαύμα καί τους πέρασε στό Ναό νά προσκυνήσουν. Μόλις αντίκρισαν τήν Εικό¬να του Αγίου Σπυρίδωνος, είπαν:
Νά, αυτός ήταν ό Γέροντας πού μας είπε νά φέρου¬με εδώ τά ψάρια!
Τους λέει τότε ό Γέροντας:
-"Αχ, βρέ παιδιά, δέν παίρνατε τό καπάρο από τόν "Αγιο, γιά νά τό έχουμε ευλογία!

* * *
«Ναί, στον λαό μας υπάρχει άσβεστο το βλογημένο καντηλακι της αγάπης, καί σάν παρου¬σιαστεί αφορμή, μονομιάς ανάβει μιά πανηγυ¬ρική φωτοχυσία... Τώρα κατάλαβα καλά, πώς όλοι οι Έλληνες έχουνε μέσα τους τούτο τό τί¬μιο ξύλο, κι ας μή φαίνεται, ας τό κρύβει ό χα¬ρακτήρας τους. Κακοί, αληθινά κακοί κι αμε¬τακίνητοι πολύ λίγοι υπάρχουνε ανάμεσα μας...» (Φώτη Κόντογλου, Ευλογημένο Καταφύγιο)



Ό Θεός θά κάνει καλά τό παιδί σου.Η ανίατη ασθένεια χτύπησε τήν πόρτα του σπιτιού του στην Γαλλία. Τό μικρό παιδί του είχε προσβληθεί. "Ετρεξε πα¬ντού από γιατρό σέ γιατρό. Ελπίδα καί φως, όμως, από πουθενά δέν έβλεπε. Όλοι τόν απογοήτευαν. Βρισκόταν σέ απελπιστική κατάσταση, όταν συνάντησε κάποιον "Ελληνα, πού βρισκόταν στην Γαλλία καί του μίλησε γιά τό "Αγιον Όρος καί τόν γέροντα Παΐσιο. Τόν πληροφόρησε ότι ό γέροντας αυτός έχει βοη¬θήσει πολλούς ανθρώπους μέ τήν Χάρη του Θεού καί μάλιστα σε χειρότερη κατάσταση άπ' ό,τι βρισκόταν εκείνος.
"Εφυγε τότε ό πατέρας γιά τήν Ελλάδα κι ήρθε στό "Αγιον "Ορος. Πήγε μαζί μέ τόν Μ.... Ι.... στον Γέροντα. Μόλις τόν α¬ντίκρισε στην αυλή, άρχισε νά τόν παρακαλά γιά τό παιδί του. Ό Γέροντας, όμως, του εξηγούσε ότι εκείνος δέν μπορούσε νά κάνει τίποτα κι ότι μόνο ό Θεός μπορεί.
Ό πατέρας, όμως, σάν νά μήν άκουγε, συνέχιζε νά παρακα¬λά μέ δάκρυα στά μάτια. Κάποια στιγμή ό Γέροντας ρώτησε πώς λέγανε τό παιδί του κι αφού πληροφορήθηκε τό όνομα του παιδιού, μπήκε στό κελί του, γιά νά προσευχηθεί. Παρακάλεσε τους παρευρισκόμενους νά περιμένουν λίγο έξω.Σέ λίγο ξαναβγήκε έξω ό Γέροντας χαμογελαστός καί είπε:
-Πήγαινε στό σπίτι σου κι ό Θεός θά βοηθήσει τό παιδί σου νά γίνει καλά!
"Εφυγε ό πατέρας καί τήν άλλη μέρα επέστρεψε αεροπορι¬κώς στην Γαλλία. Όταν έφτασε στό σπίτι του, μέ έκπληξη είδε τό παιδί του όρθιο καί γερό νά παίζει. Γεμάτος χαρά ζήτησε α¬πό τήν σύζυγο του καί τόν μικρό νά τόν πληροφορήσουν γιά τό τί είχε γίνει.
Ό μικρός του διηγήθηκε ότι, όπως ήταν άρρωστος στό κρε¬βάτι του, μπήκε ξαφνικά μέσα στό δωμάτιο ένας παππούς μέ ρά¬σα, πλησίασε κοντά στό κρεβάτι του, τόν χάιδεψε καί τόν ευλό¬γησε. Μόλις εξαφανίστηκε ό παππούς, έγινε τελείως καλά. (Ό¬λη ή περιγραφή του μικρού γιά τόν παππού πού είχε δει έμοιαζε απόλυτα στον Γέροντα.)
Ό πατέρας θέλησε νά μάθει τί ώρα έγιναν όλα αύτά' κι όταν του είπαν, έμεινε κατάπληκτος κι έκανε τό σταυρό του, γιατί ή¬ταν ή ώρα εκείνη, πού ό Γέροντας μπήκε στό κελί του καί προ¬σευχόταν γιά τό παιδί.
Ό πατέρας γεμάτος ευγνωμοσύνη γιά τήν γρήγορη επέμβα¬ση του Χριστού δι' ευχών του σκεύους εκλογής Του, γέροντα Παϊσίου, έσπευσε σάν τόν ευγνώμονα λεπρό νά έρθει αμέσως στό "Αγιον Όρος, γιά νά ευχαριστήσει τόν Γέροντα γιά τήν με¬γάλη του φιλανθρωπία κι αγάπη.

ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ

Θά'ρΘει καιρός, πού θά φέρει γύρες ό διάβολος μέ τό κολοκύθι του". (Αναφέρεται στους δορυφόρους πού περιφέρονται στό διάστημα και προκαλούν τό θαυμασμό τών ανθρώπων. Μέ τή λέξη "διάβολος" ό Άγιος Κοσμάς εννοεί τήν κακή χρήση τής τεχνολογίας, ή οποία πολλές φορές από ευλογία μετατρέπεται σέ κατάρα για τήν ανθρωπό¬τητα).
"Θά'ρθή καιρός, πού θά διευθύνουν τον κόσμο τά άλαλα και τά μπάλαλα". (Εννοεί τις μηχανές παντός τύπου καθώς και τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές).
"Θά'ρθη καιρός, πού ό διάβολος θά μπή μέσα σ' ένα κουτί και θά φωνάζη. Και τά κέρατα του θάν'ναι στα κεραμίδια".(Αναφέρεται στό διαβρωτικό έργο πού ασκούν τά κακά προγράμματα της τηλεοράσεως. Με τή λέξη "κέρατα" ό άγιος Κοσμάς εννοεί τις κεραίες της τηλεοράσεως).
"Το κακό θά σας έρθη άπό τους διαβασμένους"(Ουδέν σχόλιον).
* *
Οι άνθρωποι θά μείνουν πτωχοί, γιατί δέν θάχουν αγάπη στα δένδρα".
(Ό άγιος Κοσμάς προφήτευσε τήν καταστροφή τοϋ περιβάλλοντος, πού αποτελεί ένα άπό τά πιο πιεστικά και επείγοντα προβλήματα πού αντιμε¬τωπίζει σήμερα ή ανθρωπότητα)
"Θά βγουν πράγματα από τά σχολεία πού ό νους σας δέν φαντάζεται". (Είναι αλήθεια πώς τά τελευταία χρόνια πολλά σχολεία έχουν μεταβληθεί σέ κέντρα ανοι¬χτής αντιχριστιανικής προπαγάνδας. Κυκλοφορούν διδα¬κτικά βιβλία μέ αντιχριστιανικές θέσεις, περιφρονείται ή ελληνορθόδοξη παράδοση και παραμερίζεται ή μα¬κραίωνη πολιτιστική μας κληρονομιά. (Εκπληρωμένες προφητείες Κοσμά του Αιτωλού-εκδ.Μ.Τρίτου-Ιωάννινα

ΣΟΦΕΣ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ